βι(ο)-

α' συνθετικό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βίος. Χρησιμοποιείται ως α' συνθετικό σε πολλές λέξεις της Αρχαίας, Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής και δηλώνει ότι το β' συνθετικό έχει σχέση με τη ζωή ή τα έμβια όντα. Πρβλ. βιολόγος, βιομήχανος
αρχ.
βιαρκής, βιοδότης, βιόδωρος, βιοδώτης, βιοθάλμιος, βιοθρέμμων, βιόπλαγκτος, βιοπλανής, βιοσσόος, βιοστερής, βιοφθόρος
αρχ.-μσν.
βιωφελής, βιώλεθρος
μσν.. βιοθανής
μσν.- νεοελλ.
βιογραφία
νεοελλ.
βιοαστροναυτική, βιοβλάστη, βιογένεση, βιογεωγραφία, βιογεωκοινότητα, βιογεωχημεία, βιογνωσία, βιογονία, βιογράφος, βιονεργητική, βιοηλεκτρικό, βιοθεραπεία, βιοθεραπεία, βιοθερμιδομετρία, βιοκαταλύτης, βιοκεντρικός, βιοκλιματολογία, βιοκοίμηση, βιοκοινότητα, βιοκοινοτολογία, βιοκοινωνία, βιολογία, βιομετεωρολογία, βιομετρία, βιομικροσκόπιο, βιονομία, βιοπαλαιστής, βιοπάλη, βιοπαλεύω, βιοπλάστης, βιοπορισμός, βιοποριστής, βιοσύνθεση, βιόσφαιρα, βιοστακτισμός, βιοταξία, βιοτέχνης, βιότονος, βιότοπος, βιοτροπισμός, βιότυπος, βιοφυσική, βιοφωτογραφία, βιοχημεία, βιοψία. Το λεξιλογικό στοιχείο βι(ο)- ως α' συνθετικό εισάχθηκε με τη μορφή του bi(o) και στην ξένη επιστημονική ορολογία, όπου κατά το πρότυπο των ελληνικών σύνθετων λέξεων πλάστηκαν πολλοί όροι, ελληνογενείς ή μή, αρκετοί από τους οποίους εισάχθηκαν στην Ελληνική ως δάνεια
λ.χ. νεολατιν. biogenesis, γερμ. Biogenese (πρβλ. ελλ. βιογένεση)
αγγλ. biogeography, γαλλ. biogeographie, γερμ. Biogeographie (πρβλ. ελλ. βιογεωγραφία)
αγγλ. biopsy, γαλλ. biopsie, γερμ. Biopsie (πρβλ. ελλ. βιοψία)
νεολατιν. biosynthesis, γαλλ. biosynthese, γερμ. Biosynthese (πρβλ. ελλ. βιοσύνθεση) κ.ά.].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.